ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
01

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Μθ. 4, 18-23)

Πε­ρι­πα­τῶν­τας ὁ Κύ­ρι­ος «πα­ρὰ τὴν θά­λασ­σαν τῆς Γα­λι­λαί­ας», συ­νάν­τη­σε τέσ­σε­ρεις ψα­ρά­δες, τὰ ἀ­δέλ­φια Σί­μω­να καὶ Ἀν­δρέ­α καὶ τὰ ἀ­δέλ­φια Ἰ­ά­κω­βο καὶ Ἰ­ω­άν­νη. Τοὺς κά­λε­σε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν καὶ αὐ­τοὶ ἀ­μέ­σως καὶ χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ ἀν­τα­πο­κρί­θη­καν στὴν κλή­ση του: «οἱ δὲ εὐ­θέ­ως ἀ­φέν­τες τὸ πλοῖ­ον καὶ τὸν πα­τέ­ρα αὐ­τῶν ἠ­κο­λού­θη­σαν αὐ­τῷ».

Εἶ­ναι πο­λὺ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι καὶ οἱ τέσ­σε­ρεις ἄ­φη­σαν ἀ­μέ­σως τὰ πάν­τα καὶ ἐ­πέ­δει­ξαν με­γά­λη προ­θυ­μί­α καὶ αὐ­τα­πάρ­νη­ση στὴν κλή­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Δὲν ἔ­κα­τσαν νὰ σκε­φτοῦν πε­ρὶ τοῦ πρα­κτέ­ου. Δὲν ζή­τη­σαν προ­θε­σμί­α γιὰ νὰ δώ­σουν κά­ποια ἀ­πάν­τη­ση. Δὲν σκέ­φθη­καν νὰ πᾶ­νε πρῶ­τα στὰ σπί­τια τους καὶ νὰ συ­ζη­τή­σουν μὲ τοὺς δι­κούς τους. Ἀντ᾽ αὐ­τοῦ ἄ­φη­σαν τὰ πάν­τα πί­σω τους, καὶ οἰ­κεί­ους καὶ ἐρ­γα­σί­α καὶ πλοῖ­ο καὶ δί­κτυ­α καὶ πε­ρι­ου­σί­α, καὶ στρά­φη­καν μὲ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα πρὸς τὸν Χρι­στό. Εἶ­χαν φαί­νε­ται δι­α­πι­στώ­σει, μέ­σα στὴν ἁ­πλό­τη­τά τους, ποιὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­ξί­α τῆς ζω­ῆς καὶ ποῦ βρί­σκε­ται ἡ ἀ­λη­θι­νὴ χαρά. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ἐρ­γά­στη­καν ὡς ἁ­λι­εῖς ἀν­θρώ­πων γιὰ τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ πλού­τη­σαν ἀ­πὸ τὸν πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη, τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ προ­κύ­πτει εἶ­ναι ἐ­ὰν ἐ­μεῖς δεί­χνου­με τέ­τοια αὐ­τα­πάρ­νη­ση καὶ προ­θυ­μί­α στὴν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ. Δι­ό­τι ὁ Κύ­ρι­ος κα­λεῖ καὶ ἐ­μᾶς, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ τοὺς τέσ­σε­ρεις ψα­ρά­δες. Ζη­τᾶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με τὰ πά­θη µας, τὸ ἁ­μαρ­τω­λὸ θέ­λη­μά µας, τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ ἑ­αυ­τό μας καὶ νὰ στρα­φοῦ­με μὲ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα πρὸς αὐ­τόν. Ἡ στρο­φή μας πρὸς τὸν Χρι­στὸ ἀ­φο­ρᾶ στὴ με­τά­νοι­α καὶ στὴ συ­νει­δη­τὴ τή­ρη­ση τοῦ θε­λή­μα­τός του. Ἡ δὲ κλή­ση τοῦ Χρι­στοῦ γί­νε­ται μὲ τὸν ἀ­νά­λο­γο μὲ τὴν ἐ­πο­χή μας τρό­πο· μὲ τὴ φω­νὴ τῶν πνευ­μα­τι­κῶν µας πα­τέ­ρων, τὶς συμ­βου­λὲς καὶ τὶς νου­θε­σί­ες τους, τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ καὶ τὰ κη­ρύγ­μα­τα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Καὶ ἐ­μεῖς ἀν­τί­στοι­χα ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὸν Χρι­στὸ μὲ τὸν ἀ­νά­λο­γο τρό­πο· πο­λε­μοῦ­με τὰ πά­θη καὶ τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες μας, ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε ἐ­νάν­τι­α στὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τά μας, καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὶς ἀ­ρε­τές, κά­νου­με ἔρ­γα ἀ­γά­πης καὶ φι­λαν­θρω­πί­ας, προ­σφέ­ρου­με σὲ ὅ­σους ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἢ ὑ­λι­κή μας στή­ρι­ξη καὶ συν­δρο­μή.

Οἱ δυ­να­τό­τη­τες ἀν­τα­πό­κρι­σης στὴν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ ὑ­πάρ­χουν. Ὁ πνευ­μα­τι­κός µας πα­τέ­ρας, µᾶς δί­νει συμ­βου­λὲς γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ή. Τὶς ἀ­πο­δε­χό­μα­στε χω­ρὶς ἀν­τίρ­ρη­ση, ἀν­τί­δρα­ση καὶ σκε­πτι­κι­σμό; Ὑ­πα­κού­ου­με σὲ αὐ­τὲς ἄ­με­σα καὶ μὲ προ­θυ­μί­α; Ἔ­χου­με τὴ δι­ά­θε­ση νὰ ἀ­γω­νι­σθοῦ­με, ὥ­στε νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὴν πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς µας καὶ νὰ τὴ στρέ­ψου­με πρὸς τὸν Χρι­στό; Εἶ­ναι τρα­γι­κὸ νὰ µᾶς κα­λεῖ ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς καὶ ἐ­μεῖς νὰ ἀρ­νού­μα­στε νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦ­με ἄ­με­σα. Ἂς μὴν ξε­χνᾶ­με αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος˙ γνή­σι­οι μα­θη­τὲς ἔμ­προ­σθεν τοῦ Θε­οῦ δὲν εἶ­ναι ὅ­σοι ἁ­πλῶς ἀ­κοῦ­νε τὰ λό­γι­α τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, ἀλ­λὰ ὅ­σοι τὰ ἀ­κοῦ­νε καὶ ἀ­γω­νί­ζον­ται νὰ τὰ τη­ρή­σουν: «οὐ γὰρ οἱ ἀ­κρο­α­ταὶ τοῦ νό­μου δί­και­οι πα­ρὰ τῷ Θε­ῶ, ἀλλ᾿ οἱ ποι­η­ταὶ τοῦ νό­μου δι­και­ω­θή­σον­ται». Δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα ἢ ὠ­φέ­λει­α, λέ­ει ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος, νὰ εἶ­ναι κά­ποιος ὀρ­θό­δο­ξος στὴν πί­στη καὶ νὰ ζεῖ μὲ ἀ­σέ­βει­α. Ἡ ἄ­με­ση καὶ συ­νει­δη­τὴ ἀν­τα­πό­κρι­ση τῶν ψα­ρά­δων στὴν κλή­ση τοῦ Χρι­στοῦ, σή­μαι­νε καὶ ἀλ­λα­γὴ τοῦ τρό­που ζω­ῆς τους. Τὸ ἴ­διο πρέ­πει νὰ γί­νε­ται καὶ μὲ ἐμᾶς, δηλαδὴ νὰ ἀ­κοῦ­με τὸν λό­γο τοῦ Θεοῦ ὄ­χι γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με θρη­σκευ­τι­κὲς γνώ­σεις, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ κα­θρε­φτί­σου­με πά­νω του τὰ πά­θη μας καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τά μας καὶ νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με νὰ με­τα­νο­ή­σου­με. Συ­νε­πῶς ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση στὴν κλή­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἡ τή­ρη­ση τοῦ νό­μου του.

Ἡ ἀ­μοι­βὴ τῆς ἀν­τα­πό­κρι­σης στὴν κλή­ση τοῦ Χρι­στοῦ καὶ στὸν ἀ­γῶ­να τή­ρη­σης τῶν ἐν­το­λῶν του εἶ­ναι ὁ ἁ­γι­α­σμὸς καὶ ἡ δό­ξα μας. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «δό­ξα δὲ καὶ τι­μὴ καὶ εἰ­ρή­νη παν­τὶ τῷ ἐρ­γα­ζο­μέ­νῳ τὸ ἀ­γα­θόν». Ἡ δό­ξα καὶ ἡ τι­μὴ καὶ ἡ εἰ­ρή­νη, ποὺ ὁ Χρι­στὸς χα­ρί­ζει στοὺς πι­στοὺς ἀ­κο­λού­θους του, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Καὶ αὐ­τὴ ἡ βα­σι­λεί­α δὲν βρί­σκε­ται κά­που ἀ­πό­μα­κρα καὶ ἐ­μεῖς θὰ πρέ­πει νὰ φτά­σου­με ἐ­κεῖ. Ὄ­χι! Ναὶ μὲν ἡ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ δὲν εἶ­ναι «ἐκ τοῦ κό­σμου τού­του», ὅ­μως εἶ­ναι στὸν κό­σμο τοῦ­το. Βρί­σκε­ται, ὡς δω­ρε­ὰ τοῦ ἀ­γα­θοῦ Θε­οῦ, στὶς καρ­δί­ες αὐτῶν ποὺ τὸν ἀ­πο­δέ­χον­ται ἔμ­πρα­κτα ὡς Κύ­ρι­ο καὶ βα­σι­λέ­α. Αὐ­τὴ ἡ βα­σι­λεί­α ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ τὴ γῆ καὶ συ­νε­χί­ζει στὴν ἀ­τε­λεύ­τη­τη αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, με­τὰ τὴν ἐκ­δη­μί­α μας, ὅ­που καὶ θὰ δο­θεῖ στὴν πλη­ρό­τη­τά της.

 

Comments

There are currently no comments, be the first to post one!

Post Comment

Name (required)

Email (required)

Website